Πέφτη

Πέφτη
η см. Πέμπτη

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "Πέφτη" в других словарях:

  • Πέφτη — η βλ. πέμπτος …   Dictionary of Greek

  • αγιόπεφτα — τα το χρονικό διάστημα από την 1η μέχρι την 5η Αυγούστου, που, κατά την λαϊκή πρόληψη στη Νάξο, συμπίπτει με τις δρίμες*, κατά τις οποίες απαγορεύεται το πλύσιμο των ρούχων, γιατί σκίζονται από δαιμονικά όντα. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγιος + αριθμητικό… …   Dictionary of Greek

  • πέμπτος — η, ο / πέμπτος και κρητ. τ. πέντος και αρκαδικός τ. πέμποτος, ον, ΝΜΑ (ως τακτικό αριθμτ.) 1. αυτός που σε μια σειρά ή τάξη φέρει τον αριθμό πέντε, που βρίσκεται μετά τον τέταρτο και πριν από τον έκτο 2. το θηλ. ως ουσ. η Πέμπτη η πέμπτη ημέρα… …   Dictionary of Greek

  • πρωτόπεφτα — τα, Ν οι τρεις Πέμπτες μετά το Πάσχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + Πέφτη / Πέμπτη] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»